Σύννεφα πάνω από τη Βενετία.

Με ακλόνητη πίστη ότι η λεωφόρος που θα οδηγούσε στην ανάσταση του έθνους από τα ερείπια ήταν αυτή της παιδείας, ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας, Ιωάννης Καποδίστριας, έγραφε με την οξυδέρκεια που τον χαρακτήριζε στον λόγιο Ανδρέα Μουστοξύδη στη Βενετία: «Σε παρακαλώ να συλλέξης επιμελέστατα όσον οίον τε πλειοτέρας περί της ιστορίας της Ελλάδος πληροφορίας, όχι της αρχαίας, αλλά της κατά τον μεσαίωνα Ελλάδος και να με πέμψης τάχιστα όσας ειδήσεις (…) δυνηθής να ανεύρης είτε εις έντυπα βιβλία είτε εις χειρόγραφα. Τα αρχεία της πρώην Ενετικής Δημοκρατίας, η βιβλιοθήκη του Αγίου Μάρκου, αι βιβλιοθήκαι των αρχαίων πατρικίων της Ενετίας πρέπει να περιέχωσι θησαυρούς τοιούτων ειδήσεων. Αντλησον από αυτών όσον ένεστι αφθονώτερον και επωφελέστερον».
Για τους πολύτιμους θησαυρούς που εγκλείουν τα βενετικά αρχεία, από τα οποία «δύναται να διαχυθή φως επί πλείστα άλλως σκοτεινά ή εντελώς άγνωστα μέρη της πατρίου ιστορίας», θα κάνει λόγο αργότερα, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο ευρυμαθής ιστορικός και πρωθυπουργός της Ελλάδας Σπυρίδων Λάμπρος στις σοφές πραγματείες του. Γράφει ο Λάμπρος: Στα μυριάδες έγγραφα που απόκεινται στο μεγάλο βενετικό αρχείο «σώζεται τεθαμμένη η επί αιώνας όλους ιστορία της Ελλάδος… Η μελέτη, η έκδοσις και ο υπομνηματισμός [των εγγράφων] έσονται αληθώς εκ νεκρών ανάστασις της πατρίου ιστορίας».

Η αξία και η σημασία που έχει για την ελληνική ιστορία το αρχειακό υλικό που φυλάγεται στη Βενετία είναι γνωστές, όπως επίσης είναι γνωστή η συμβολή του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας στην εκμετάλλευση των αρχειακών αυτών πηγών που προσφέρονται ιδιαίτατα για τη μελέτη τόσο των σχέσεων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με τη Δύση όσο και της ιστορίας του βενετοκρατούμενου ελληνικού χώρου κατά την υστεροβυζαντινή και νεότερη περίοδο. Θυμίζω πότε και για ποιον σκοπό ιδρύθηκε το μόνο επιστημονικό ίδρυμα που διαθέτει η χώρα μας στο εξωτερικό. Η ιδέα της ίδρυσης ανήκει στον Επτανήσιο διπλωμάτη Μαρίνο Σιγούρο, ο οποίος, όταν υπηρετούσε ως γενικός πρόξενος στη Βενετία, είχε αντιληφθεί ότι ο μόνος τρόπος για να διασωθεί η ιστορική παράδοση του εκεί ελληνισμού ήταν η ίδρυση ενός επιστημονικού ινστιτούτου.

Χρειάστηκε να κυλήσουν πολλά χρόνια ακόμη ώσπου να επιτευχθεί η ίδρυση, που έγινε τελικά δυνατή χάρη στη γενναία δωρεά της ιστορικής ελληνορθόδοξης κοινότητας, η οποία το 1953 μεταβίβασε στο υπό σύσταση τότε Ινστιτούτο ολόκληρη την περιουσία της, κινητή (εικόνες, αρχεία, κειμήλια) και ακίνητη (πολυάριθμα ακίνητα στη Βενετία). Σύμφωνα με το Β.Δ. του 1966, το ίδρυμα αποσκοπούσε στην προαγωγή των βυζαντινών και μεταβυζαντινών σπουδών «διά της μελέτης της ιστορίας του ελληνισμού… ως ούτος προβάλλεται εν τοις Αρχείοις της Ιταλίας και ιδιαιτέρως της Βενετίας».

Αρμόδια για τη λειτουργία του ιδρύματος ορίστηκαν τα υπουργεία Εξωτερικών και Παιδείας και Θρησκευμάτων, η εποπτεία ανατέθηκε στην εποπτική επιτροπή, με μέλη εκπρόσωπο της Ακαδημίας Αθηνών (κατά παράδοση πρόεδρο) και εκπροσώπους των δύο υπουργείων, ενώ η οικονομική διαχείριση ανατέθηκε στη διαχειριστική επιτροπή, στην οποία μετείχε μεταξύ των άλλων μελών της ο πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Βενετίας. Η Ακαδημία Αθηνών ανέλαβε, πάντα με βάση τον νόμο, να εκλέγει διευθυντή του Ινστιτούτου και να επιλέγει ύστερα από διαγωνισμό τους νέους υποτρόφους που πήγαιναν στη Βενετία, για να εκπονήσουν διδακτορικές διατριβές.

Κατά τη διάρκεια της πάνω από μισόν αιώνα λειτουργίας του, το Ινστιτούτο πορεύτηκε, διαγράφοντας δύο απολύτως ευδιάκριτες διαδρομές. Από τη μία μεριά χάρη στους κόπους των διακεκριμένων στον κλάδο τους διευθυντών που το υπηρέτησαν και μαζί των συνεργατών του, Ελλήνων και ξένων, ανέπτυξε εξαιρετικά πλούσια ερευνητική, εκδοτική και εκπαιδευτική δραστηριότητα, καθιστώντας αναγνωρίσιμη από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα την ταυτότητά του. Μελέτησε και δημοσίευσε μέσω των υποτρόφων ερευνητών και των φιλοξενούμενων ερευνητών, Ελλήνων και ξένων, ανέκδοτες και άγνωστες αρχειακές πηγές, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη διερεύνηση της ιστορίας του μεσαιωνικού και μεταβυζαντινού κόσμου, αξιοποίησε τους καλλιτεχνικούς, αρχειακούς και έντυπους θησαυρούς που κληρονόμησε, συντήρησε και ανέδειξε τις εικόνες, τα αρχεία και τα ιστορικά κτίρια της περίφημης πλατείας των Ελλήνων (Φλαγγινιανό Κολλέγιο, ναός του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων, μουσείο, καμπαναριό, κοινοτικά γραφεία), ταξινόμησε και καταλογογράφησε το σπουδαίο ιστορικό αρχείο της κοινότητας (που καλύπτει χρονικό διάστημα από το 1498 έως σήμερα), ψηφιοποίησε το σημαντικότερο τμήμα του αρχειακού σώματος, καθιστώντας το προσιτό στους ερευνητές, διοργάνωσε διεθνή συνέδρια και εκθέσεις, καθοδήγησε, τέλος, νέους υποτρόφους που στελέχωσαν αργότερα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα. Για τη δραστηριότητά του αυτή, το Ινστιτούτο και η διεύθυνσή του τιμήθηκαν από ελληνικούς και ξένους φορείς (Προεδρία της Δημοκρατίας, βραβείο Ωνάση ύστερα από πρόταση της κυρίας Ελένης Αρβελέρ, βραβείο Dante Aligheri Πανεπιστημίου της Βοlogna, έδρα Ραβένας).

Η μία διαδρομή λοιπόν είναι φωτεινή, επιτυχημένη και καθαρά επιστημονική. Υπάρχει όμως και μιαν άλλη, θλιβερή και εν πολλοίς ακατανόητη, αυτή της πολιτείας που τρώει όπως ο Κρόνος τα παιδιά της. Τα υπουργεία στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει το Ινστιτούτο αντί να βοηθούν το ίδρυμα στην επιτέλεση του έργου του έδειξαν στη διάρκεια της επιστημονικής ζωής του είτε αδιαφορία είτε τις τελευταίες δεκαετίες εχθρική εναντίον του διάθεση, με αποτέλεσμα το Ινστιτούτο στο όχι πολύ μακρινό μας παρελθόν να διακόψει τη λειτουργία του, να δυσφημιστεί αναίτια, ο διευθυντής του να συκοφαντηθεί άδικα και το ελληνικό όνομα να αμαυρωθεί στη διεθνή επιστημονική κοινότητα.

Η ίδια τακτική σπίλωσης της διεύθυνσής του (περιέργως από τον ίδιο αξιωματούχο του ΥΠΕΞ ο οποίος επανήλθε έπειτα από χρόνια με την ίδια εμμονή εναντίον του ιδρύματος) επαναλήφθηκε πρόσφατα, προκαλώντας για μία ακόμη φορά τις διαμαρτυρίες επιστημόνων και ερευνητικών φορέων. Και κάθε φορά που εξοντωνόταν από τις επιθέσεις που δεχόταν, αναγεννιόταν και πάλι το ίδρυμα από τις στάχτες του, με τις προσπάθειες ερευνητών, Ελλήνων και ξένων.

Ο διορισμός του θεολόγου και οι επιστημονικοί προβληματισμοί


Το Ινστιτούτο της Βενετίας (φωτ.) αποτελεί παράθυρο ανοικτό στην Ευρώπη.

Αλλά ας έρθουμε στις τελευταίες εξελίξεις που αφορούν το πολύπαθο ίδρυμα. Ο νέος νόμος που διέπει τη λειτουργία του Ινστιτούτου ψηφίστηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση και υπήρξε καταλυτικός για τις τύχες του. Είναι αλήθεια ότι ο παλαιός νόμος ήταν γερασμένος και ότι ήταν ανάγκη να εκσυγχρονιστεί, αλλά ο νέος που ψηφίστηκε αντί να αντικαταστήσει πεπερασμένες από τον χρόνο διατάξεις, διατηρώντας εκείνες που αποδείχθηκαν σοφές, προκάλεσε ρήγματα στην ίδια τη φιλοσοφία της υπόστασης του ιδρύματος ως ερευνητικού φορέα.

Οι σημαντικότερες αλλαγές αφορούν: α) τον σκοπό που είναι πλέον γενικά η προαγωγή των βυζαντινών και μεταβυζαντινών σπουδών, χωρίς καμία αναφορά στη μελέτη των αρχειακών πηγών, προϋπόθεση για την έρευνα της ιστορίας της περιόδου της βενετοκρατίας, β) την εκδίωξη από την Εποπτική Επιτροπή της Ακαδημίας Αθηνών, η οποία αποτελούσε εγγύηση της καλής λειτουργίας του ιδρύματος, γ) τον διορισμό από τα υπουργεία ως μελών της Εποπτικής Επιτροπής επιστημόνων άσχετων προς το γνωστικό αντικείμενο με το οποίο ασχολείται το Ινστιτούτo· μόνο κατά το τελευταίο εξάμηνο στην κενωθείσα θέση ενός από τα πέντε μέλη ορίστηκε καθηγήτρια ιστορικός, εξειδικευμένη στο γνωστικό αντικείμενο του βενετοκρατούμενου ελληνισμού και με ενδιαφέρον για τη διατήρηση της κύριας κατεύθυνσης του Ινστιτούτου, η οποία παραιτήθηκε ως ένδειξη διαμαρτυρίας για το αποτέλεσμα της εισήγησης, δ) την αλλαγή στον τρόπο επιλογής των υποτρόφων, οι οποίοι επιλέγονται πλέον χωρίς διαγωνισμό και όχι μόνο μεταξύ νέων πτυχιούχων Πανεπιστημίων ούτε διαμένουν υποχρεωτικά στη Βενετία και ούτε οφείλουν να πραγματοποιούν έρευνες στα αρχεία της πόλης.

Πριν από λίγες ημέρες, με εισήγηση τριών μελών της Εποπτικής Επιτροπής στην πολιτική ηγεσία και διαφορετική εισήγηση των υπόλοιπων δύο μελών (ιστορικών) που πρότειναν ως πρόεδρο βενετολόγο, διορίστηκε επικεφαλής του ιδρύματος θεολόγος, καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας του τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ. Ο διορισμός του θεολόγου καθηγητή ως προέδρου του ιδρύματος έχει την υπογραφή των υπουργών Εξωτερικών και Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Ο διορισμός στο τιμόνι του Ινστιτούτου Βενετίας ενός ερευνητή θεολόγου με ειδικότητα ασυναφή προς το έως τώρα αντικείμενο έρευνας του ιδρύματος προβληματίζει έντονα την επιστημονική κοινότητα, αλλά και την ιστορική κοινότητα της Βενετίας, και θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα. Το ερώτημα είναι εάν η Πολιτεία αποφάσισε να αλλάξει τον χαρακτήρα του μόνου επιστημονικού ιδρύματος που αξιώθηκε να έχει ο τόπος στο εξωτερικό. Διερωτάται δηλαδή κανείς εάν αποτελεί απόφαση της Πολιτείας να νεκρώσει τις βενετολογικές σπουδές που είχαν γνωρίσει σε διεθνές επίπεδο, χάρη στις έρευνες των συνεργατών του Ινστιτούτου, πρωτοφανή άνθιση κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Εύλογο είναι το ερώτημα, εάν πράγματι η Πολιτεία θέλει να προσθέσει στα ερευνητικά κέντρα της χώρας που είναι αφιερωμένα στη μελέτη της ιστορίας του Βυζαντίου ένα ακόμη, και μάλιστα στο εξωτερικό, που θα έχει όμως σκοπό τη μελέτη του βυζαντινού κόσμου και του νεότερου ελληνισμού μέσα από την έρευνα των εκκλησιαστικών πηγών (εξετάζοντας δηλαδή ζητήματα πρωτίστως θεολογικά, δογματικά κ.ά.). Θέλει με άλλα λόγια η Πολιτεία να στρέψει την έρευνα στη σπουδή της εκκλησιαστικής ιστορίας, αλλοιώνοντας τον επιστημονικό προσανατολισμό ενός ιδρύματος που με τις έρευνές του φώτισε άγνωστες ή σκοτεινές πτυχές της ελληνικής ιστορίας και των σχέσεων του βυζαντινού και μεταβυζαντινού ανθρώπου με τη Δύση;

Το Ινστιτούτο Βενετίας αποτελεί ένα παράθυρο ανοικτό στην Ευρώπη και είναι πραγματικά κρίμα το ίδρυμα να κλείσει τις θύρες του σε ερευνητές, κυρίως σε νέους μεταπτυχιακούς φοιτητές, που ασχολούνται ή που θέλουν να ασχοληθούν με την έρευνα της ιστορίας των επαφών της βυζαντινής αυτοκρατορίας και του μεταβυζαντινού ελληνισμού με την Ευρώπη.

Διαμαρτυρόμαστε και εκφράζουμε δικαίως τη βαθύτατη θλίψη μας για τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε μουσουλμανικό τέμενος. Παραδόξως, την ίδια στιγμή αδιαφορούμε για την τύχη ενός δικού μας ιδρύματος, κτισμένου στην ελληνική γωνιά της Βενετίας, που εκπέμπει άρωμα βυζαντινό και είναι ζυμωμένο με τις μνήμες, τους καημούς και τα οράματα των μεταβυζαντινών Ελλήνων που είχαν καταφύγει μετά την Αλωση της Κωνσταντινούπολης στην πόλη του Αγίου Μάρκου.

* Η κ. Χρύσα Μαλτέζου είναι τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, πρώην διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας.