Περί Ψυχολογικού Πολέμου … Προτάσεις με Άμεση Εφαρμογή

Γράφει ο Μοχάμεντ Ελσάερ,

Το τελευταίο διάστημα έχει καταστεί σαφές ότι γίνονται ψυχολογικές επιχειρήσεις (PsyOp) στα πλαίσια του ασύμμετρου πολέμου που έχει κηρυχθεί εναντίον της Ελλάδας. Οι ψυχολογικές επιχειρήσεις δεν περιορίζονται μόνο στο εσωτερικό της Τουρκίας αλλά έχουν επεκταθεί σε πολλά φάσματα με κύριο αποδέκτη την Ελλάδα.

Μέσω ενός πολυδιάστατου μηχανισμού προπαγάνδας, αντι-προπαγάνδας και παρασκευασμένων ειδήσεων, οι γείτονες έχουν καταφέρει να ασκούν επιρροή σε κορυφαία μέσα ενημέρωσης και επιστημονικούς/επαγγελματικούς οργανισμούς με παγκόσμια επιρροή.

Ο πρώτος και κύριος στόχος αυτής της ασύμμετρης τακτικής είναι να υπερ-προβάλλονται σχεδόν αποκλειστικά οι Τουρκικές θέσεις ή στην χειρότερη περίπτωση να επιτυγχάνεται μια “πλασματική ορθολογικοποίηση” των κατά τα άλλα παράλογων νομικών αξιώσεων από πλευράς διεθνούς δικαίου. Τα παραδείγματα είναι πολλά και ιδίως το τελευταίο διάστημα κορυφώνονται με φρενήρεις ρυθμούς. Συγκεκριμένα, γίνεται μια συντονισμένη προσπάθεια προβολής επιχειρημάτων που στοχεύουν στον υποσυνείδητο και συναισθηματικό επηρεασμό παρά στην λογική. Για παράδειγμα, πρόσφατα παρουσιάστηκε το επιχείρημα ότι “μια γεωγραφικά μεγάλη χώρα είναι άδικο να λαμβάνει μικρό μερίδιο υφαλοκρηπίδας” ή ότι “το Καστελόριζο είναι μακριά από την Ελλάδα, ενώ απέχει μόλις ένα μίλι από τις Τουρκικές ακτές”. Τέτοια επιχειρήματα δεν έχουν σχεδόν κανένα νομικό έρεισμα και αντιβαίνουν το διεθνές δίκαιο διότι: πρώτον, το μέγεθος των χωρών έχει μηδενική σημασία στον καθορισμό της υφαλοκρηπίδας, και δεύτερον το Καστελλόριζο δεν είναι μακριά από την Ελλάδα διότι πολύ απλά είναι Ελλάδα. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις αυτές δεν στοχεύουν στην προβολή του διεθνούς νομικού κεκτημένου αλλά στην επίκληση θυμικών συναισθημάτων όπως είναι συμπόνοια. Με αυτόν τον τρόπο οι γείτονες καταφέρνουν να δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στην δική τους επιχειρηματολογία.

Ο δεύτερος στόχος αυτής της, ομολογουμένως, εξαιρετικά συντονισμένης προσπάθειας είναι να υποτιμάται η θέση και τα δίκαια της Ελλάδας είτε μέσω περιορισμένης προβολής των ελληνικών θέσεων είτε μέσω εσκεμμένης ελλιπούς παρουσίασης των διπλωματικών/νομικών θέσεων της χώρας στο διεθνές κοινό. Και επεξηγώ, κατά τις τελευταίες εβδομάδες έχουν κάνει την εμφάνισή τους διάφορα άρθρα τα οποία προσπαθούν να πείσουν την διεθνή κοινότητα ότι η Ελληνο-Τουρκική διένεξη είναι διμερής υπόθεση μεταξύ συμμάχων, και τρίτες δυνάμεις, ιδίως υπερδυνάμεις που μπορούν να αλλάξουν τις ισορροπίες, δεν πρέπει να εμπλέκονται και σε καμιά περίπτωση να λαμβάνουν ξεκάθαρη θέση υπέρ του ενός. Αυτή η επιχειρούμενη ρητορική ουδετερότητας αποσκοπεί στην αποτροπή σχηματισμού αντι-συμμαχίας στην περιοχή. Ως γνωστών, η ουδετερότητα ωφελεί αποκλειστικά και μόνον εκείνον που παραβιάζει το δίκαιο/νόμους. Παράλληλα, η απουσία διεθνούς βιβλιογραφίας και αντικειμενικής επιστημονικής έρευνας για τα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου δημιουργεί ένα τεράστιο κενό γνώσης, αφήνοντας περιθώριο σε πλατφόρμες ενημέρωσης να ανασκευάζουν την πραγματικότητα ή να υποτιμούν την κατάσταση. Άλλωστε, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η διεθνής βιβλιογραφία είναι εξαιρετικά πλούσια ακόμη και για διενέξεις που δεν αφορούν την Δύση. Σε αυτό έχει συμβάλλει σημαντικά το γεγονός ότι το ΥΠΕΘΑ δεν εκδίδει μελέτες ή εκθέσεις στα αγγλικά.

Ο τρίτος στόχος είναι η δημιουργία εσωτερικών αναταράξεων με σκοπό την μείωση του ηθικού των πολιτών και την αποτύπωση ενός αρνητικού κλίματος για τις Ένοπλες Δυνάμεις. Αυτό συμβαίνει κυρίως μέσω δημοσιεύσεων στον ξένο τύπο, στις οποίες παρουσιάζεται η συγκριτική στρατιωτική ισχύς σε απόλυτο αριθμό. Γνωρίζοντας ότι η Τουρκία έχει αριθμητική υπεροχή, πράγμα απολύτως λογικό καθώς έχει να καλύψει μια περιοχή εφτά φορές μεγαλύτερη από την Ελλάδα με πολλά πολεμικά μέτωπα ανοιχτά σε Ασία και Αφρική, μέσω κυρίως προπαγανδιστικών γραφημάτων και μεγαλειώδεις χαρακτηρισμούς παρουσιάζουν την Τουρκική πολεμική μηχανή ως “άτρωτη” (π.χ. “formidable”). Παράλληλα, γίνεται μια προσπάθεια υποτίμησης των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και ιδίως του Πολεμικού Ναυτικού που έχει μακρά ιστορία επιτυχούς ναυτοσύνης. Ουσιαστικά, η απουσία ποιοτικής ανάλυσης των στρατηγικών όπλων, εκεί δηλαδή που η Ελλάδα έχει υπεροπλία, αν όχι απόλυτη υπεροχή, δημιουργεί μια λανθασμένη εντύπωση ότι η Ελλάδα δεν έχει αποτρεπτικές ικανότητες. Ενώ στην πραγματικότητα η αποτρεπτική ισχύς υπολογίζεται με βάση ποιοτικούς και αριθμητικούς συντελεστές. Εν προκειμένω, το άθροισμα αυτό φαίνεται να ευνοεί στην περίπτωση αυτή τον αμυνόμενο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σύγκριση των ναυτικών στόλων σε απόλυτους αριθμούς, χωρίς ειδική αναφορά στον στρατηγικό ρόλο των ανθυποβρυχιακών στόλων – εκεί που η Ελλάδα έχει υπεροχή ικανή να ακυρώσει την όποια αριθμητική Τουρκική υπεροχή στην θάλασσα. Το ίδιο συμβαίνει και σε επίπεδο πεζικού. Παρουσιάζεται η αριθμητική υπεροχή σε απόλυτους αριθμούς χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η γεωγραφία. Αυτός είναι ένας ιδιαίτερα κρίσιμος παράγοντας καθώς τα χερσαία σύνορα είναι ελάχιστα, άρα οι αριθμητικοί συντελεστές δεν έχουν τόσο κρίσιμη σημασία όσο αφήνεται να νοηθεί. Επειδή, όμως, ο μέσος πολίτης δεν θα μπει σε αυτούς τους συσχετισμούς οι ασύμμετρες επιχειρήσεις επιτυγχάνουν τον στόχο τους. Ο απώτερος σκοπός είναι η μείωση του ηθικού των πολιτών το οποίο αποτυπώνει και το αξιόμαχο ενός οργανωμένου στρατού. Οι παραπάνω ψυχολογικές επιχειρήσεις συνήθως συνοδεύονται από ηλεκτρονικό πόλεμο και την παρουσίαση ψευδούς προπαγανδιστικού οπτικοακουστικού υλικού.

Ωστόσο, είναι απορίας άξιον πως ένας σημαντικός αριθμός δημοσιογράφων/αναλυτών είναι πρόθυμοι να παρουσιάσουν ειδήσεις μειωμένης αξιοπιστίας. Παράλληλα, ενημερωτικά μέσα στον βωμό της αποκλειστικότητας ουσιαστικά μεταδίδουν ψευδείς ειδήσεις που στοχεύουν σε συγκεκριμένα στρατηγικά αποτελέσματα. Αναφέρω τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα: 1) Ο φερόμενος θάνατος ατόμων στην συνοριακή γραμμή του Έβρου που διαψεύστηκε από την Κυβέρνηση, 2) Η φερόμενη αγορά τουρκικών drones που διαψεύστηκε αμέσως από το ΥΠΕΘΑ, και 3) Η σύγκρουση … της φρεγάτας ΛΙΜΝΟΣ με την Τουρκική Κεμάλ Ρέϊς που παρουσιάστηκε ως στρατιωτική “απάντηση” στην Ελλάδα, αν και η πραγματικότητα είναι παντελώς διαφορετική – όπως αναφέρουν ρωσικές στρατιωτικές πηγές. Η τελευταία περίπτωση συνοδευόταν από την ταυτόχρονη δημοσιοποίηση παλαιότερων λήψεων της Τουρκικής φρεγάτας, ως απόδειξη των ψευδών ισχυρισμών. Τα δύο τελευταία στοχεύουν στην δημιουργία αμφιβολιών για τις ικανότητες του στρατεύματος ενώ το πρώτο αποσκοπεί στην διεθνή δυσφήμιση και “απονομιμοποίηση” δικαιωμάτων κυριαρχίας όπως είναι η άμυνα και η εσωτερική τάξη και ασφάλεια.

Αδιαμφισβήτητα, η Ελλάδα αποτελεί τον κύριο αποδέκτη στοχευμένων ψυχολογικών επιχειρήσεων και για αυτό θα πρέπει να υπάρξουν άμεσες κατασταλτικές και σε δεύτερο στάδιο αποτρεπτικές ενέργειες. Σε αυτό, βεβαίως, φέρει σημαντικό μερίδιο και η χώρα μας που έχει κλείσει την πόρτα σε νέους επιστήμονες και Έλληνες που βρίσκονται σε θέσεις κλειδιά στο εξωτερικό, την ώρα που θα μπορούσαν να συνδράμουν τα εθνικά συμφέροντα με πολλούς τρόπους. Το σύγχρονο περιβάλλον πολέμου είναι εξαιρετικά περίπλοκο και απαιτεί ρηξικέλευθες τομές και αξιοποίηση των δυνατοτήτων που δίνει η τεχνολογία. Στην Ελλάδα υπάρχει η τάση να υιοθετούνται παρωχημένα δόγματα, κατάλοιπα των δεκαετιών του 1970. Υπάρχει ένα ξεκάθαρο έλλειμμα στρατηγικής επικοινωνίας (strategic communication) και μιας τέχνης που δανείζομαι από την επιστήμη των πυρηνικών όπλων που λέγεται “signalling’’. Αυτά τα δύο στοιχεία είναι τόσο σημαντικά στοιχεία κατά περιόδους πρώιμων κρίσεων (pro-crisis situation) που μπορούν να αποτρέψουν μια επιθετική ενέργεια χωρίς την κινητοποίηση στρατευμάτων ή την χρήση ένοπλης βίας. Αυτή είναι μια συζήτηση που για λόγους εθνικής άμυνας δεν πιστεύω ότι πρέπει να γίνει δημόσια και θα αποφύγω περεταίρω ανάλυση.

Οι κατασταλτικές ενέργειες μπορούν να περιλαμβάνουν την δημιουργία ασφαλούς διαύλου επικοινωνίας με τα μέσα ενημέρωσης. Μέσω αυτού του ασφαλούς δικτύου/καναλιού (εφαρμογή) θα μπορούν να ενημερώνονται σε πραγματικό χρόνο οι δημοσιογράφοι για τα ψευδή συμβάντα, ώστε να αποφεύγουν την αναπαραγωγή τους, κυρίως στο εσωτερικό. Επίσης, το ΥΠΕΘΑ θα πρέπει να έχει μια πιο ενεργή δραστηριότητα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εγκαθιστώντας μηχανισμούς αντι-προπαγάνδας. Ψευδείς ή παρασκευασμένες ειδήσεις στο πλαίσιο στοχευμένων ψυχολογικών επιχειρήσεων θα πρέπει να διαψεύδονται άμεσα, στα αγγλικά και να συνοδεύονται ει δυνατόν από οπτικοακουστικό υλικό, που ως γνωστών προσδίδει μεγαλύτερη πειθώ. Οι αποτρεπτικές ενέργειες συμπεριλαμβάνουν την δημιουργία ειδικής διεύθυνσης/ομάδας επιστημόνων στην αντι-προπαγάνδα και στον ψυχολογικό πόλεμο, στελεχωμένη αποκλειστικά και μόνο από νέους επιστήμονες διαφόρων κλάδων και τεχνικό προσωπικό (όχι διοικητικούς). Η ομάδα αυτή θα μπορεί να συνεκπαιδεύεται με αντίστοιχες ομάδες εργασίας σε παραδοσιακά κορυφαίες χώρες σε αυτούς τους τομείς όπως είναι το Ισραήλ, οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλίας.

(Ο Μοχάμεντ Ελσάερ είναι Έλληνας πολιτικός επιστήμονας με εξειδίκευση στην επιστήμη και ασφάλεια των πυρηνικών, βιολογικών και χημικών όπλων από το τμήμα Πολέμου του King’s College London και έχει λάβει το κορυφαίο βραβείο Chevening από το Υπουργείο Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου)