Ενα ναυάγιο του 425 π.Χ. το πρώτο υποθαλάσσιο μουσείο.

Η Στενή Βάλα είναι μια λωρίδα θάλασσας ανάμεσα σε καταπράσινους λόφους από ελαιόδενδρα.

Στο απάνεμο λιμανάκι της Αλοννήσου, ανάμεσα στα αγκυροβολημένα σκάφη αναψυχής και τα  ψαροκάικα, ένα ταχύπλοο της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, αυτό το καλοκαίρι, είχε μόνιμα τη δική του θέση. Από εκεί αναχωρούσε καθημερινά η αρχαιολογική ομάδα που εργάστηκε για να μετατρέψει σε υποθαλάσσιο μουσείο το σπουδαιότερο αρχαίο ναυάγιο της κλασικής αρχαιότητας, στη δυτική βραχώδη ακτή της ακατοίκητης νησίδας Περιστέρα, όπου το 425 π.Χ. βυθίστηκε ένα εμπορικό πλοίο.

Οι 3.000-4.000 αμφορείς δημιουργούν ένα μοναδικό θέαμα. Η προετοιμασία για την υποβρύχια ανασκαφή και την ανάδειξη των ευρημάτων, σε βάθος 26 μέτρων, αποτελούσε μια καθημερινή ιεροτελεστία για την αρχαιολογική ομάδα, καθώς απαιτούσε διαδικασίες διαφορετικές από τα επίγεια μουσεία.

Ο αρχαιολογικός χώρος δεν απέχει πολύ από τη Στενή Βάλα. Δυόμισι μίλια ήταν το καθημερινό τους δρομολόγιο. Ωστόσο, η προετοιμασία για την υποβρύχια ανασκαφή και την ανάδειξή της, σε βάθος 26 μέτρων, ήταν μια καθημερινή ιεροτελεστία. Φορτωμένοι με εξοπλισμούς κατάδυσης, μπουκάλες, ειδικά μηχανήματα, υποβρύχιες κάμερες, απαιτούσαν χρονοβόρες διαδικασίες, διαφορετικές από τα επίγεια μουσεία.

Επί τρία χρόνια σχεδίαζαν την ανάδειξή του. Δεν υπήρχε, εξάλλου, αντίστοιχο εγχείρημα στη χώρα μας και πουθενά αλλού στον κόσμο υποθαλάσσιο μουσείο με ψηφιακά συστήματα οργάνωσης, κάμερες που να επιτηρούν τον χώρο με τη χρήση λογισμικού αναγνώρισης και ψηφιακές εγκαταστάσεις για εικονική καταβύθιση. «Σε αυτό το μουσείο, η φύλαξη θα απαιτούσε πολλούς δύτες. Τους αντικαθιστούν οι κάμερες, που μεταδίδουν εικόνα σε πραγματικό χρόνο, δίνοντας σήμα σε περίπτωση κινδύνου», εξήγησε στην «Κ» η αρχαιολόγος Δέσποινα Κουτσούμπα κατά τη διάρκεια της πρόβας τζενεράλε για τα εγκαίνια του πρώτου υποθαλάσσιου μουσείου, που πραγματοποιήθηκαν το περασμένο Σάββατο από την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη.

«Νίντζα της κατάδυσης» αποκαλούν στο νησί τη Δέσποινα Κουτσούμπα. H ανασκαφή και η ανάδειξη ενός ναυαγίου προϋποθέτουν συντονισμό, οργάνωση με ακρίβεια, λεπτούς χειρισμούς και σεβασμό στους κανόνες της θάλασσας. Η ομάδα εργάστηκε για αυτό συστηματικά και μεθοδικά τα τελευταία δύο χρόνια. Ενα ευρωπαϊκό πρόγραμμα που εξασφάλισε η Περιφέρεια Θεσσαλίας για τη χρηματοδότησή του έδωσε τη δυνατότητα στην ενάλια αρχαιολογία να συνδυάσει  την ανάδειξη του αρχαίου ευρήματος με τα «επιτεύγματα της σύγχρονης τεχνητής νοημοσύνης», όπως έλεγε ο περιφερειάρχης Θεσσαλίας, Κώστας Αγοραστός. «Εφαρμόσαμε την καινοτομία για να αξιοποιήσουμε τον “Παρθενώνα των ναυαγίων”. Eίναι το αρχαιότερο επισκέψιμο στον κόσμο, ένα διαφορετικό αξιοθέατο, με το οποίο η Αλόννησος μπαίνει στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη».

Η υλοποίησή του ήταν ένα επίτευγμα. «Το όνειρό μας να καταστήσουμε επισκέψιμα τα ναυάγια της χώρας είναι παλαιό», εξηγεί η κ. Κουτσούμπα. «Ξεκίνησε το 1990, ωστόσο η εξελιγμένη τεχνολογία διευκόλυνε τα σχέδιά μας». Η αρχαιολογική ομάδα είχε να συντονίσει ταυτόχρονα και τις υποβρύχιες φωτιστικές εγκαταστάσεις, που σχεδίασε και εγκατέστησε με ελεύθερες καταδύσεις ο Στέφανος Κόντος. Το ναυάγιο φωτίστηκε για μία βραδιά. Η νυχτερινή κατάδυση ήταν ένα δρώμενο που βοήθησε  στην κινηματογράφηση και τη φωτογράφιση του αρχαιολογικού χώρου. «Αναζητούσα λύση για να πετύχω το καλύτερο εικαστικό αποτέλεσμα. Είναι ιδιαίτερο πρότζεκτ, γιατί το ναυάγιο από τη φύση του προκαλεί δέος. Την ημέρα είναι πανέμορφο, αλλά τη νύχτα είναι υπερβατικό, νιώθεις σαν να ταξιδεύεις στον χώρο και τον χρόνο», είπε στην «Κ» ο κ. Κόντος.

Το ναυάγιο, το οποίο ανακάλυψε το 1985 ο ψαράς Δημήτης Μαυρίκης, αριθμεί 3.000-4.000 αμφορείς. Στοιβαγμένοι σε περίπου τρεις σειρές, δημιουργούν ένα μοναδικό θέαμα. Ο σωρός των αμφορέων, σε μήκος 25 μ., δίνει την αίσθηση του περιγράμματος του πλοίου. Η προετοιμασία, εξηγεί η κ. Κουτσούμπα, περιελάμβανε καθαρισμό –όσο μπορούμε να μιλάμε για καθαρισμό ευρημάτων σε συνθήκες θαλάσσιου περιβάλλοντος–, τοποθέτηση επεξηγηματικών πινακίδων και ψηφιακών συστημάτων. Είχε προηγηθεί εκτενής ανασκαφή και μελέτη από την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων, υπό τη διεύθυνση της δρος Ελπίδας Χατζηδάκη.

Το εμπορικό πλοίο, διαστάσεων περίπου 25×9 μ., με εκτόπισμα 120 τόνους, που ταξίδευε στη Μεσόγειο του 5ου αιώνα, υπολογίζεται ότι είχε τη δυνατότητα να μεταφέρει 4.000 αμφορείς. Από το ξύλινο σκαρί του δεν έμειναν ίχνη του, παρά μόνο ελάχιστα τμήματα απανθρακωμένου ξύλου. Τα αμπάρια μετέφεραν πιθανότατα κρασί από τη Μένδη (αρχαία πόλη της Χαλκιδικής) και την Πεπάρηθο (τη σημερινή Σκόπελο), περιοχές γνωστές από την αρχαιότητα για την οινοπαραγωγή τους. Το φορτίο περιελάμβανε, εκτός από οξυπύθμενους αμφορείς, αγγεία που χρησιμοποιούνταν και στα αθηναϊκά συμπόσια. «Ποτέ δεν θα μάθουμε με βεβαιότητα γιατί βυθίστηκε το πλοίο», επισημαίνουν οι αρχαιολόγοι. Η διατήρησή του, όμως, επί 2.500 και πλέον χρόνια, δίνει σήμερα πολύτιμες πληροφορίες για τους θαλάσσιους δρόμους και το εμπόριο της αρχαιότητας.

πηγή