Μάχη του Κιλκίς – 21 Ιουνίου 1913

Γράφει ο Νίκος Σιάνας.

‘Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος θα γιορτάσουμε την επέτειο της ηρωϊκής Μάχης του Κιλκίς. Εδώ στο ακριτικό και ένδοξο κάστρο, της ελληνικότατης από τα πανάρχαια χρόνια, Μακεδονίας μας οφείλουμε πρωτίστως εμείς οι Κιλκισιώτες, αλλά και ολόκληρο το Ελληνικό Έθνος, να στρέψουμε και πάλι το βλέμμα μας προς του κάμπους και τους καθαγιασμένους λόφους, να δούμε τον τόπο όπου ο άσπλαχνος χάρος θέρισε την ελληνική λεβεντιά του 1913, την αξέχαστη εκείνη ημέρα.

Η Μάχη αυτή, μαζί με του Λαχανά, ήταν η πιο κρίσιμη για την ολοκλήρωση της επιτυχίας και τον θρίαμβο του Αγώνα. Στάθηκε όμως και η πιο πολύνεκρη. Εδώ το τριήμερο 19-20-21 Ιουνίου 1913 έγινε η ζωή θυσία και ο τάφος πέρασμα προς την Αθανασία. Βήμα προς βήμα οι πολεμιστές μας, φαντάροι και αξιωματικοί, κέρδισαν σιγά – σιγά μα σταθερά το έδαφος της ματοβαμμένης περιοχής. Δεν κλονίστηκαν και δεν οπισθοχώρησαν ούτε στιγμή. Μοναδικός στόχος η Νίκη.
«… όλα τα είχαμε προβλέψει, θα δηλώσει αργότερα ο Βούλγαρος στρατηγός, ένα πράγμα όμως δεν προβλέψαμε: την τρέλα των Ελλήνων…».
Στα χαρακώματα των Βουλγάρων, οι ξιφολόγχες κάτω από τον καυτό ήλιο είχαν τα πρωτεία, δούλεψαν ανελέητα σκίζοντας τις σάρκες των αμυνόμενων. Η Μάχη (λέει ο ιστορικός) έλαβε την μορφή παραφοράς, κάτω από τις καυτερές ακτίνες του ήλιου, που δάγκωνε, και αυτός, τη σάρκα, ήρθαν πολλοί στα χέρια, στα πιο μακάβρια συμπλέγματα του ολέθρου. «Δι’ ελαχίστου καιρού τύχης, άμα ακμή της δόξης μάλλον η του δέους, απηλλάγησαν» (Σε ελάχιστη κρίσιμη στιγμή που την ρυθμίζει η τύχη, ενώ στο νου τους κυριαρχούσε η γνώμη πως θα νικήσουν παρά ο φόβος πως θα νικηθούν, έφυγαν απ’ τη ζωή), όπως μας λέει ο Θουκυδίδης, στον επιτάφιο του Περικλέους. Όπως ακριβώς έγινε και εδώ στη Μάχη του Κιλκίς. Να περιγράφει στο ημερολόγιο του ο στρατιώτης Στέφανος Κ. Τζάνος την επίθεση του λόχου του στα υψώματα του Καρά – Μπουρνάρ (σημ. Μαυρονέρι).
«… η προέλασις μας εξακολουθεί ταχίστη και κατ’ ουδέν ανακοπτόμενη εφ’ όσον δεν βαλλόμεθα αποτελεσματικώς, τρελλή, τρομερά, άφωνος ως θάνατος, μεγαλειώδης εάν δύναται τις να το είπη εν τοιούτω αρξαμένω μακελείω…».
Με την ορμή και την «τρέλλα» των Ελλήνων στρατιωτών δεν σάστισαν μόνο οι Βούλγαροι, στην βροντερή τους ιαχή έμεινε σαστισμένος και ο ήλιος, καμαρώνοντας την φτερωτή ΝΙΚΗ να τους αγκαλιάζει.
Μια Νίκη που την έφερε στα ματωμένα χώματα μας η ΙΙ Μεραρχία, συνεπικουρούμενη από την ΙΙΙ, ΙV και το ιππικό της V ταξιαρχίας.
Το πρωί της 21ης Ιουνίου, οι σάλπιγγες ηχούν στον ιερό λόφο και δίνεται το σύνθημα της ασταμάτητης καταδίωξης του εχθρού. Στις 11 και 15’ μπαίνει στο Κιλκίς, νικηφόρος IV Μεραρχία.
Με την Μάχη του Κιλκίς (19-21 Ιουνίου 1913) μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, άρχισε ουσιαστικά ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, κατά τον οποίο οι πρώην σύμμαχοι έλυσαν τις μεταξύ τους διαφορές ως προς την διανομή των εδαφών που πήραν από την Τουρκία κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο. Στην ειλημμένη απόφαση της Βουλγαρίας για αιφνιδιαστική προσβολή του Ελληνικού και Σερβικού στρατού, η Ελλάδα και η Σερβία από τις 19 Μαίου 1913 είχαν υπογράψει αμυντική συμμαχία. Το βράδυ 16/17 Ιουνίου 1913 τελικά οι Βούλγαροι επιτέθηκαν αιφνιδίως εναντίον των Ελλήνων (περιοχή Νιγρίτας) και των Σέρβων (περιοχή Γευγελής). Κατέλαβαν τη Γευγελή και απέκοψαν την επικοινωνία Ελλήνων και Σέρβων. Αρχικά εγκαταστάθηκαν στα υψώματα στη γραμμή Κιλκίς – Λαχανά. Πριν ξημερώσει η 19η Ιουνίου 1913 η II, η III, IV και η V ελληνικές μεραρχίες, καθώς και η Ταξιαρχία ιππικού κινήθηκαν για την κατάληψη του Κιλκίς. Επακολούθησαν σκληρές και φονικότατες μάχες. Στην περιοχή του χωριού Μάνδρες μαχόταν το 1ο ΣΠ (διοικητής Φωκίων Διαλέτης) και ανατολικά της Πικρολίμνης το 16ο ΣΠ (διοικητής αντισυνταγματάρχης Αντώνιος Καμάρας). Παρά την υποχώρηση των Βουλγάρων κατά την πρώτη ημέρα ο αγώνας δεν είχε κριθεί. Το πρωί της επομένης, η V Μεραρχία με διοικητή τον συνταγματάρχη Στέφανο Γεννάδη και τα συντάγματα ΠΖ (16ο, 22ο διοικητής Βασίλης Βέλλος, και 23ο διοικητής Χρήστος Ζούκης) κατέλαβαν τον σιδηροδρομικό σταθμό της Κρηστώνης, το νότιο τμήμα του χωριού και κάποια υψώματα. Η IV Μεραρχία (διοικητής υπ/γος Κωνσταντίνος Καλλάρης) υπό τα φονικά πυρά των Βουλγάρων προέλασε, ανέτρεψε τον εχθρό και κατέλαβε τα ανατολικά υψώματα του χωριού Ποταμιά. Η ΙΙΙ Μεραρχία (διοικητής Κωνσταντίνος Δαμιανός) κατέλαβε τα χωριά Λεβεντοχώρι, Βαπτιστής και Μεγάλη Βρύση και Καστανιές, επειδή συνάντησε σφοδρή εχθρική αντίσταση, αναγκάστηκε να αποσυρθεί. Ο αρχιστράτηγος Βασιλιάς Κωνσταντίνος τότε έστειλε προς όλες τις Μεραρχίες διαταγή στην οποία έλεγε: «Αύριο αξιώ την πτώσιν του Κιλκίς». Το 1ο και 7ο Σύνταγμα της ΙΙ Μεραρχίας επιτέθηκαν με ορμή κατά των Βουλγαρικών θέσεων και στις 04!10 το πρωί κατέλαβαν την πρώτη γραμμή άμυνας, ενώ στις 05!00 το πρωί, με τη λόγχη, κατέλαβαν και τη δεύτερη γραμμή άμυνας των Βουλγάρων προχωρώντας εναντίον και της τρίτης γραμμής τους. Επακολούθησε τιτανομαχία σώμα με σώμα. Με τη συμμετοχή στην επίθεση και του 3ου ΣΠ οι Έλληνες κατέλαβαν τελικά και την τελευταία γραμμή άμυνας των Βουλγάρων. Και στις άλλες προς το Κιλκίς μάχες οι άνδρες των ελληνικών Μεραρχιών (III, IV,V) πολέμησαν με το ίδιο πείσμα και απαράμιλλη γενναιότητα και στις 11:00 15’ το πρωί κατέλαβαν το Κιλκίς τρέποντας τους Βουλγάρους σε άτακτη φυγή.
Η Νίκη των Ελλήνων στο Κιλκίς έκρινε την έκβαση του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Στις μάχες αυτές 5.652 άνδρες τέθηκαν εκτός μάχης.
Ας αφήσουμε και πάλι τον Στέφανο Κ. Τζάνο να μας μεταφέρει μέσα από το ημερολόγιο του στο πεδίο της Μάχη του Κιλκίς

21 Παρασκευή. Καλοκαιρία

Συγχρόνως με το πρώτο φως της ημέρας ήρχισε και το πυρ πεισματοδέστατον παρά ποτέ περί 3 ½ ώρα π.μ. περίπου. Τώρα πλέον η μάχη εντείνεται, οι εφεδρείαι καταφθάνουσιν η μια κατόπιν της άλλης. Η μάχη πλέον φαίνεται ότι θέλει κριθεί σήμερον και μάλιστα υπέρ ημών. Είναι η ώρα 5 και 45 – 6 π.μ. ότε άνωθεν ημών διέρχεται αεροπλάνον προς κατόπτευσιν εννοείται των μεγάλων συγκεντρώσεων καθότι ήτο εις αρκετόν ύψος. Οι Βούλγαροι βλέποντας ότι διεκινδύνευον την θέσιν των απεφάσισαν να προβώσι εις το τελευταίον πλέον εγχείρημα των το εξής.
Ην περίπου 8 και ½ π.μ. ανεφάνησαν δεξιά και κάτω της κατώτερης συνοικίας του χωρίου (Κρηστώνη) περί τα 1000 μέτρα λόχοι ημέτεροι βαίνοντες ακροβολιστικώς. Η κίνηση αυτή ηπείλει πλέον να θέση τον εχθρό εις τα λεγόμενα διασταυρούμενα πυρά. Το εγχείρημα ήτο του 22ου Συντάγματος (τινών λόχων). Αλλά την στιγμή ακριβώς εκείνην τρομερά κίνησις παρετηρήθη εις τας θέσεις του εχθρού 700 και πλέον μέτρα όπισθεν των οχυρωμάτων αυτού, δεξιά της αμαξιτής οδού καθώς επιτιθέμεθα 500-600 μέτρα. Συμπεπυκνωμένα σώματα εχθρού με εφ’ όπλου λόγχην αραιωμένας έχοντας τας τετράδας και ομαδικώς εις αρκετόν μέτωπον και με βήμα προσβολής υπό κρότους τυμπάνων και εκκωφαντικών “ούρα”(πολεμική κραυγή) βαίνουσιν εναντίον ημών όπως επιχειρήσωσι διάσπασιν. Άπελπις προσπάθεια. Ουδέν αγριότερον της στιγμής εκείνης ποτέ ενεθυμήθη εις μάχην άλλην. Ο εχθρός προχωρεί ταχύς και εντός ολίγου πλησιάζει τα προχώματα αυτού, συμπαρασύρει τους περισσότερους εν αυτοίς υπερβαίνων ταύτα, πλησιάζει όλος εν τας θέσεις μας. Και εφ’ όσον πλησιάζει τόσον καθίστανται αι φωναί ισχυρότεραι και τα τύμπανα ευκρινέστερα. Αλλά δεν κατόρθωσε περισσότερον των 100 – 150 μέτρων να προχωρήση πέραν του τελευταίου προς ημάς προμαχώνος. Εις το διάστημα τούτο υπήρξεν η κατασυντριβή του.
Καθότι άμα τη όψει των αρχικών κινήσεων του εχθρού και τη αντιλήψει του επιδιωκόμενου σχεδίου του πάντες ως εξ ορμεμφύτου προβλέποντες τον κίνδυνον ον θα διετρέχαμεν εκ της προσεγγίσεως του εσηκώθηκαν πλέον όρθιοι, συνησπίσθηκαν εις μικράς ομάδας αδιαφορούντες εις ποίαν μονάδα ανήκωμεν και ηρχίσαμεν πυρά ταχύτατα, αποτέλεσμα των οποίων υπήρξε ο κλονισμός πλέον αυτού κατά πρώτον και κατά δεύτερον η επαίσχυντος δι’ αυτόν φυγή.
Αγριωτάτη πράγματι υπήρξεν η κατάληψις των οχυρωμάτων και τούτο διότι απέμειναν εις με τα προχώματα της περιζωσθείσης κορυφής αρκετοί άνδρες προς συγκράτησιν της υποχωρήσεως ανά δυο δε ή τρεις εις τα λοιπά προχώματα. Οι εχθροί ούτοι πράγματι υπήρξαν ανδρείοι καθότι εν επιγνώσει πλέον της αναμενούσης αυτούς τύχης ηγωνίζοντο τον έσχατον αγώνα όπως δώσωσι καιρόν εις τους πολλούς να απομακρυνθώσιν αδιαφορούντες δε δια τους ιδίους εαυτούς διότι ούτω αυτοίς έλαχε. Η υποχώρησις τελικά ή μάλλον η αρχή αυτής εγένετο την 9η π.μ. ακριβώς, την δε 10 ½ εισήλθαν οι πρωτοπορείαι μας εις την πόλιν του Κιλκίς. Το τάγμα μου εισήλθε την 11 π.μ. αν και πρώτον όλων εβάδιζε και τούτο διότι όπως συγκεντρώση τους άνδρες του παρέμεινε υπό εστεγασμένην στάνη προβάτων εισελθόντος του 2ου τάγματος όπερ ηκολούθησε. (Η στάνη απείχε ¼ ώρας του Κιλκίς). Εισελθόντες εντός της πόλεως και παραμείνοντες εντός αυτής συγκεντρωθέντες παρά την πλατείαν της ένθα και σχολείον καλογραιών. Εξήλθομεν προς καταδίωξιν του εχθρού όστις ήρξατο να βάλλη και εντός αυτής της πόλεως. Προχωρήσαντες δε ολίγον έξω της πόλεως έστημεν προοελάσαντος ολίγον περαιτέρω του ιππικού, ενταύθα δε και κατηυλίσθημεν (1/2 ώρα μακράν πόλεως). Την 1 1/2 μ.μ. ήρξατο η πόλις να καίηται. Το πυρ αναμφισβήτως ετέθη υφ’ ημών και τούτο διότι ήτο εστία επί Τουρκοκρατίας των κομιτατζήδων. Τα μίση των λαών εξέσπασαν κατά των άψυχων οικιών της πόλεως αφ’ ου κατέλαβαν τον αντίπαλον των. Οία αγριότης.

Υ.Γ.1: Σήμερα, εκατόν επτά χρόνια μετά το σάλπισμα που σήμανε την κατάληψη του Κιλκίς, εμείς η ζωντανή πατρίδα, προσκυνητές των ανώνυμων και επώνυμων γιγάντων της 21ης Ιουνίου ας σταθούμε σε στάση ικεσίας, στο τρισευλογημένο θυσιαστήριο τους, σαν σε δέηση ευχαριστιών! Ας παρακαλέσουμε τον Πλάστη να τους χαρίζει την αιώνια ανάπαυση.
Υ.Γ.2: Σήμερα που ο Τούρκος μας απειλεί και μας προκαλεί καθημερινά το σύνθημα «Γρηγορείτε Πανέλληνες» είναι αναγκαίο όσο ποτέ άλλοτε.

Πηγές: «Φτεροκοπήματα» του αείμνηστου καθηγητή Ευγ. Π. Δρεπανίδη – Θεσσαλονίκη 1990
Ημερολόγιον «Βαλκανικών Πολέμων 1912 – 13» Στέφανου Κ. Τζάνου
Εκδ. Οίκος Κ – Μ. Αντ. Σταμούλη Θεσσαλονίκη

πηγή