Το “εκρηκτικό” παρασκήνιο της πετρελαϊκής κρίσης

Ευτυχώς… υπάρχει και το Ιράν. Και οι απειλές που εκτόξευσε μέσω Twitter την Τετάρτη ο Ντόναλντ Τραμπ για καταβύθιση ιρανικών σκαφών αν αυτά συνεχίσουν να παρενοχλούν τις αμερικανικές δυνάμεις στον Περσικό Κόλπο, όπως είχε συμβεί προ ημερών, επέτρεψε στις αγορές να επιδοθούν σε ένα ράλι που οδήγησε μέχρι το τέλος της συνεδρίασης την τιμή του αμερικανικού αργού στα 13,78 δολάρια το βαρέλι, ενισχυμένη κατά 19,1%, και του Brent στα 20,37 δολάρια, με άνοδο κατά 5,4%. Η έστω και μικρή πιθανότητα μιας ένοπλης αντιπαράθεσης στα Στενά του Χορμούζ, από την οποία διέρχεται το ένα τρίτο των θαλασσίως διακινούμενων ποσοτήτων πετρελαίου διεθνώς, ενέπνεε πριν από λίγους μήνες τρόμο. Τώρα αντιμετωπίζεται ως μια παράδοξη ελπίδα στον πετρελαϊκό κατακλυσμό, που οδήγησε τις τιμές του “μαύρου χρυσού” σε ένα δίχως προηγούμενο κραχ, ξεπερνώντας τα -37 δολ./βαρέλι.

Αφορμές για να αναπηδήσουν θα αναζητούν οι αγορές διαρκώς. Όμως η μεγάλη εικόνα συνίσταται πάντοτε στο αποπληθωριστικό σοκ που προκαλεί το πάγωμα της παγκόσμιας παραγωγής λόγω της πανδημίας του κορονοϊού και των περιοριστικών μέτρων που τη συνοδεύουν. Και το πάγωμα αυτό έφερε στο ξεκίνημα της εβδομάδας μια τριπλή ιστορική πρωτιά.

Για πρώτη φορά στα χρονικά το προθεσμιακό συμβόλαιο Μαΐου του αμερικανικού ελαφρού αργού πέρασε τη Δευτέρα στο Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης κάτω από το μηδέν (-37 δολάρια), καταγράφοντας ημερήσια πτώση της τιμής άνω του 300%, αλλά και το μεγαλύτερο spread σε σχέση με το προθεσμιακό συμβόλαιο του επόμενου μηνός.

Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι το χαμηλότερο επίπεδο στο οποίο είχε οδηγηθεί ποτέ η τιμή του πετρελαίου ήταν τα 10 δολάρια ανά βαρέλι το 1986 (γεγονός όχι άσχετο με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης λίγα χρόνια αργότερα). Ποτέ, όμως, δεν είχε συμβεί οι κάτοχοι προθεσμιακών συμβολαίων να πληρώνουν επίδοξους αγοραστές, ώστε να μη χρειαστεί να εκτελέσουν την παραγγελία τους.

Η κεντρική σκηνή του δράματος υπήρξε το Cushing της Οκλαχόμα, όπου και εκτελούνται οι παραδόσεις και τιμολογείται ο δείκτης WTI του αμερικανικού ελαφρού αργού. Όμως οι αποθηκευτικοί χώροι του Cushing, δυναμικότητας περίπου 70 εκατ. βαρελιών, είχαν ήδη από την προηγούμενη Παρασκευή καλυφθεί σε ποσοστό 70% (55 εκατ. βαρέλια), σε μια συγκυρία κατά την οποία η κατανάλωση καυσίμων στις ΗΠΑ έχει υποχωρήσει δραματικά, με την επιβατική κίνηση της αεροπλοΐας, λ.χ., μειωμένη κατά 95%.

Το timing ήταν ατυχές, καθώς το προθεσμιακό Μαΐου έληγε την Τρίτη και όσοι, κυρίως μικροεπενδυτές με 190.000 ανοιχτά συμβόλαια, το κρατούσαν στα χέρια τους δεν μπορούσαν να έχουν αγοραστή παρά μόνο μεταξύ όσων (ανύπαρκτων στις συγκεκριμένες συνθήκες) ενδιαφέρονταν για άμεση παραλαβή φυσικού πετρελαίου.

Οι περισσότερο αισιόδοξοι εύχονταν όλο αυτό απλώς να είναι μια παροδική χρηματιστηριακή ανωμαλία. Επισήμαιναν ότι το συμβόλαιο Ιουνίου του αμερικανικού αργού, που λήγει στις 19 Μαΐου, υποχώρησε τη Δευτέρα κατά μόλις 18%, ισορροπώντας στα 20,43 δολάρια ανά βαρέλι, και το συμβόλαιο Ιουλίου στα 26,18 δολάρια ανά βαρέλι, με πτώση κατά 11% − σημάδι ότι οι αγορές προσβλέπουν σε ένα μέλλον μετά το διεθνές lockdown. Από την άλλη, το πετρέλαιο Brent, που αποτελεί και το διεθνές benchmark και έχει ήδη περάσει στη διαπραγμάτευση του συμβολαίου Ιουνίου, υποχώρησε κατά 8,9%, στα 25,57 δολάρια ανά βαρέλι.

Μετακύλιση της πίεσης

Η αισιοδοξία δεν δικαιώθηκε, καθώς η πίεση έμελλε την επομένη να μεταφερθεί, εν μέσω άγχους μετακύλισης των δεσμεύσεων των μικροεπενδυτών, ακριβώς στο συμβόλαιο Ιουνίου, που σημείωσε βουτιά της τάξης του 43%, αλλά και στην τιμή του Brent, που υποχώρησε κατά 24,4%.

Η μεσοβδόμαδη (προσωρινή;) ανάκαμψη, μετά το tweet του Ντόναλντ Τραμπ, δεν είναι διόλου βέβαιο ότι θα έχει διάρκεια, όταν η μεσοπρόθεσμη τάση διαμορφώνεται από τη ραδγαία υποχώρηση της ζήτησης και τη διατήρηση αναντίστοιχων επιπέδων παραγωγής, με τους αποθηκευτικούς χώρους των ΗΠΑ να οδηγούνται, όπως υπολογίζεται, στο αδιαχώρητο εντός του Μαΐου. Καθιστά, άλλωστε, την κατάσταση πολύ πιο περίπλοκη το γεγονός ότι μεγάλο εξωγενές σοκ της πανδημίας δεν μπορεί να εξισορροπηθεί με όρους προσφοράς και ζήτησης, ενώ και οι μηχανισμοί συνεννόησης των μεγάλων παραγωγών πετρελαίου φαντάζουν βραχυκυκλωμένοι εν μέσω ποικίλων πολιτικών ανταγωνισμών.

Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας (ΙΕΑ) υπολογίζει ότι η μείωση της ζήτησης θα φτάσει τον Απρίλιο τα 29 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, όταν προ πανδημίας η αγορά αντιπροσώπευε περί τα 100 εκατ. βαρέλια ημερησίως.

Οπωσδήποτε δεν διευκόλυνε τα πράγματα το γεγονός ότι από τον Μάρτιο η Σαουδική Αραβία και η Ρωσία όχι μόνο απέτυχαν να καταλήξουν σε μια νέα συμφωνία στο πλαίσιο του OPEC+ για τη στήριξη των τιμών μέσω συντονισμένων περικοπών, αλλά κήρυξαν, με πρωτοβουλία του Ριάντ, και “πετρελαϊκό πόλεμο”, αυξάνοντας την παραγωγή τους προκειμένου να υπερασπιστούν το μερίδιό τους σε μια αγορά που συρρικνωνόταν ταχέως. Ο πόλεμος αυτός, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό στόχευε στο να εκβιάσει την ένταξη και των Αμερικανών παραγωγών σε μια νέα συμφωνία, επιλύθηκε, έπειτα από φρενήρη μεσολαβητική δραστηριότητα του Ντόναλντ Τραμπ, με τη νέα συμφωνία του OPEC+ στις 13 Απριλίου, η οποία έλαβε και τις ευλογίες της G20 και είχε μια πρώτη, έστω και συμβολική, αμερικανική συνεισφορά, εφόσον ο ένοικος του Λευκού Οίκου προθυμοποιήθηκε να περικόψει την αμερικανική παραγωγή κατά 250.000 βαρέλια, ώστε να καμφθούν οι αντιρρήσεις του Μεξικού στην ποσόστωση που του αντιστοιχούσε.

Οι ελπίδες στο “σχήμα V”

Όμως η συμφωνία αυτή, που χαρακτηρίστηκε στην ώρα της “ιστορική”, κατέληξε μέσα σε λίγες ημέρες να αντιμετωπίζεται ως “πολύ λίγη” και “πολύ καθυστερημένη”. Η συμφωνία του OPEC+ τίθεται σε εφαρμογή την 1η Μαΐου και προβλέπει περικοπές ύψους 9,7 εκατ. βαρελιών ημερησίως (ήτοι στο ένα τρίτο περίπου της υπολογιζόμενης μείωσης της ζήτησης), με αποκλιμάκωσή τους στα 8 εκατ. βαρέλια ημερησίως από την 1η Ιουλίου και στα 6 εκατ. βαρέλια από την 1η Ιανουαρίου 2021 μέχρι τον Απρίλιο. Επιπλέον, η σύγκληση νέας συνάντησης του OPEC+ τον Ιούνιο ρίχνει σκιές στο μέλλον της συμφωνίας, ενώ ακόμα και το ύψος των περικοπών που έχουν αποφασιστεί σχετικοποιείται από τα ονομαστικά επίπεδα αφετηρίας (και τη ροπή της Ρωσίας στην παραβίαση των σχετικών ποσοστώσεων σε αντίστοιχες προηγούμενες συμφωνίες).

Όλα θα κριθούν από τον ρυθμό με τον οποίο θα επανέλθει στην κανονικότητα η διεθνής οικονομική δραστηριότητα, με το κυρίαρχο σενάριο (ή μήπως ευσεβή πόθο;) πολιτικών ιθυνόντων, αναλυτών και επενδυτών να είναι μια ταχεία ανάκαμψη “τύπου V”, η οποία και θα επιφέρει ανατροπή στην εικόνα της πετρελαϊκής αγοράς από το τρίτο τρίμηνο. Χαρακτηριστικά, η UBS προβλέπει ότι η τιμή του Brent θα ανακάμψει, από περίπου 17 δολάρια το βαρέλι σήμερα, στα 43 δολάρια το βαρέλι μέχρι το τέλος του έτους.

Κερδισμένοι και χαμένοι

Σε επίπεδο χρηματιστηρίων, η άμεση επίπτωση του κλονισμού των πετροχημικών εταιρειών αναμένεται οριοθετημένη, καθώς οι μετοχές ενέργειας αντιπροσωπεύουν μόλις το 2,7% του S&P 500 και το 5,8% του MSCI Αναδυόμενων Αγορών, από περίπου 10% και 14% πριν από μία δεκαετία, αντίστοιχα

Η Goldman Sachs επισημαίνει ότι σε αυτό το τοπίο κρίσης συγκριτικό πλεονέκτημα έχουν όσοι παραγωγοί έχουν άμεση πρόσβαση σε θαλάσσια μεταφορά (εξού και η διαφορετική εικόνα του Brent), εξού και τα ναύλα των υπερδεξαμενόπλοιων, που πλέον χρησιμοποιούνται ως αποθηκευτικοί χώροι εν αναμονή μιας επανεκκίνησης της διεθνούς οικονομίας, έχουν εκτοξευθεί.

Άλλοι αναλυτές σημειώνουν ότι θα διευκολυνθούν όσοι έχουν επενδύσει στην καθετοποίηση, δραστηριοποιούμενοι ταυτοχρόνως στην παραγωγή και τη διύλιση (οι χώρες του OPEC είναι σε θέση να διυλίσουν μόνο το ήμισυ της τωρινής παραγωγής τους), καθώς και όσοι συναλλάσσονται με μακροπρόθεσμα συμβόλαια και όχι με την αγορά spot.

Το "εκρηκτικό" παρασκήνιο της πετρελαϊκής κρίσης

Όλο και πιο ευφάνταστη “εργαλειοθήκη” της Ουάσινγκτον

Υπό κανονικές συνθήκες ο Ντόναλντ Τραμπ θα πανηγύριζε βλέποντας, και μάλιστα σε προεκλογική περίοδο, την τιμή του πετρελαίου να υποχωρεί δραματικά, με τις θετικές συνέπειες που θα είχε κάτι τέτοιο για το κόστος ζωής των Αμερικανών πολιτών και το κόστος παραγωγής της αμερικανικής βιομηχανίας. (Στην Ευρώπη κάτι τέτοιο δεν θα ήταν με το ίδιο τρόπο αισθητό, εφόσον οι φόροι επί των καυσίμων υπερβαίνουν το 50% της τελικής τιμής.)

Όπως, όμως, ομολόγησε ο ίδιος ο ένοικος του Λευκού Οίκου, βρέθηκε σε μια θέση στην οποία δεν θα το είχε φανταστεί: να εργάζεται, εν μέσω της “τρελής” κατάστασης που επικρατεί στην αγορά, για την ανόρθωση της τιμής του “μαύρου χρυσού”. Άλλωστε, εν μέσω lockdown τα όποια οφέλη από τη μείωση του ενεργειακού κόστους δεν βρίσκουν αντίκρισμα, ενώ, αντίθετα, απειλείται ευθέως, όπως άλλωστε το επιθυμούν διακαώς οι διεθνείς ανταγωνιστές, ο αμερικανικός σχιστολιθικός κλάδος (shale oil), που με τη ραγδαία ανάπτυξή του τα τελευταία χρόνια κατέστησε τις ΗΠΑ πρώτο παραγωγό πετρελαίου παγκοσμίως.

Ποια η απειλή

Υπενθυμίζεται ότι ο πετρελαϊκός κλάδος αντιπροσωπεύει το 7% του αμερικανικού ΑΕΠ και απασχολεί 10 εκατ. εργαζομένους. Ο σχιστολιθικός κλάδος, ειδικότερα, απαρτίζεται κυρίως από ανεξάρτητους μικρομεσαίους παραγωγούς, που έχουν συσσωρεύσει χρέος 200 δισ. δολαρίων και δεν είναι σε θέση να κερδοφορήσουν με τιμές κάτω από τα 40 δολάρια ανά βαρέλι.

Η ConocoPhillips ανακοίνωσε ότι περικόπτει οικειοθελώς την παραγωγή της σε ΗΠΑ και Καναδά κατά 200.000 βαρέλια ημερησίως, ενώ στην αμερικανική επικράτεια έκλεισαν 260 πηγάδια τις τελευταίες πέντε εβδομάδες. Ειδικά στη σχιστολιθική παραγωγή, ένα κύμα χρεοκοπιών θεωρείται πολύ πιθανό – με όλους τους κραδασμούς που θα μεταφερθούν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και το πολιτικό κόστος που θα έχουν οι χιλιάδες απολύσεις.

Οι διαρκείς ελιγμοί του Αμερικανού προέδρου το τελευταίο διάστημα εξηγούνται πρωτίστως από αυτό το άγχος. Εν προκειμένω, δε, και από το άμεσο πρόβλημα της εξεύρεσης αποθηκευτικών χώρων απέναντι στην πλημμυρίδα πετρελαίου.

Οι δασμοί στο προσκήνιο

Αντίστοιχη πλημμυρίδα αντισυμβατικών ιδεών καταγράφεται και στην Ουάσινγκτον, ξεκινώντας από την απαγόρευση κατάπλου των 19 υπερδεξαμενοπλοίων (χωρητικότητας 2 εκατ. βαρελιών έκαστο), τα οποία εγκατέλειψαν τη Σαουδική Αραβία πριν από τη συμφωνία του OPEC+ με προορισμό τις ΗΠΑ, και φτάνοντας μέχρι την επιβολή δασμών στις εισαγωγές πετρελαίου – με προφανές πρώτο θύμα τον γειτονικό Καναδά.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά τις προηγούμενες υποσχέσεις του (προς τους Σαούντ και τους μεγάλους offshore παραγωγούς των ΗΠΑ) να αφήσει το ζήτημα να ρυθμιστεί με όρους αγοράς, ο Ντόναλντ Τραμπ καταθέτει πλέον ευφάνταστες ιδέες κρατικής στήριξης του πετρελαϊκού κλάδου, λ.χ. με την αγορά πετρελαίου το οποίο δεν θα εξορύσσεται και δεν θα διοχετεύεται στη φρακαρισμένη αγορά, αλλά θα αποτελεί ονομαστικά τμήμα των εθνικών στρατηγικών αποθεμάτων.

Στην τριγωνική αντιπαράθεση που εμπλέκει τους μεγαλύτερους παραγωγούς, ήτοι ΗΠΑ, Ρωσία και Σαουδική Αραβία, η τελευταία βρίσκεται παγιδευμένη. Εξαπέλυσε προ πενταετίας τον προηγούμενο γύρο πολέμου τιμών, υποτιμώντας την ικανότητα του αμερικανικού σχιστολιθικού κλάδου να μειώσει τα κόστη παραγωγής του, και κήρυξε ανακωχή με τη συγκρότηση του OPEC+, ο οποίος περιλαμβάνει μεν τη Ρωσία (η οποία δεν τηρεί τις ποσοστώσεις της), αλλά όχι και τους υπερατλαντικούς ανταγωνιστές, οι οποίοι κατέκτησαν μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς, αναδεικνυόμενοι σε υπ’ αριθμόν ένα παραγωγό.

πηγή