Οι πήλινες θεότητες του Νέου Φαλήρου

Συχνά αναρωτιέμαι γιατί και πώς, ένα απλό σπίτι σε μια συνοικία της Αθήνας ή του Πειραιά του παλιού καιρού είχε μερικά πήλινα αγάλματα ως στέψη. Δεν τα βλέπεις πια συχνά. Εύθραυστα εξαρχής, και περιζήτητα αργότερα, έσπασαν, αποκαθηλώθηκαν, εκλάπησαν, λεηλατήθηκαν, διασύρθηκαν, αποϊεροποιήθηκαν. Εχασαν την οργανική σχέση τους με το μικροκλίμα, έμειναν, όσα έμειναν, ως θραύσματα ή άψυχες σκηνογραφίες. Σε μία από τις τελευταίες βόλτες της ελεύθερης ζωής (προ πανδημίας) είχα δει και πάλι αυτό το εγκαταλελειμμένο σπίτι στο Νέο Φάληρο, στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου 51. Είναι κλειστό και έρημο εδώ και χρόνια, μοιάζει ξεχασμένο και χωρίς αμφιβολία έχει αποβάλει τον όποιον μανδύα αγάπης είχε κάποτε. Το έβλεπα από την απέναντι γωνία και κάθε φορά έχω την ίδια αγωνία να διαπιστώσω αν τα αγάλματα στέκουν ακόμη.

Είναι πήλινα, από εκείνες τις μάντρες των αγγειοπλαστών, τα «παιδιά» του πνεύματος του Τσίλλερ, που έφτιαχναν γλάστρες, ακροκέραμα, σφίγγες και μέδουσες, θεούς, θεότητες και ημίθεους. Αυτά τα κεραμικά στολίδια, συνήθως από καλά ψημένο πηλό, σκούρα τερακότα, ήταν το απόγειο του λαϊκού νεοκλασικισμού, έφταναν βαθιά στις συνοικίες με τους χωματόδρομους, στεφάνωναν δίπατα αλλά και ισόγεια σπιτάκια και ήταν μια ένδειξη ευγενούς άμιλλας ανάμεσα στη γειτονιά. Τα πιο πολλά από τα αγάλματα αυτά ήταν αντιγραφές μαρμάρινων πρωτοτύπων, ή κεραμικών γλυπτών σε αρχοντικά και δημόσια κτίρια του κέντρου. Μεταφέρονταν ως πρότυπα και εφαρμόζονταν ως λαϊκή ή λαϊκότροπη τέχνη. Οχι πάντα, γιατί κάποιοι από τους αγγειοπλάστες ήταν πραγματικοί καλλιτέχνες, σχεδόν λόγιοι της χειροποίητης εργασίας, γνωστοί με ονοματεπώνυμο και περιζήτητοι.

Υπήρχαν λοιπόν διαβαθμίσεις. Και στο Νέο Φάληρο, πριν από την παρακμή που άρχισε σταδιακά στη δεκαετία του ’30 με τις βιομηχανίες στον Κηφισό, τα αρχοντικά σπίτια είχαν και αυτά κλίμακες, από εξωστρεφή και πομπώδη, έως ευγενή μεσοαστικά και απλούστερα χαριτωμένα σπιτάκια. Κάποια από αυτά ήταν στεφανωμένα με αγάλματα. Διασώζονται λίγα, ελάχιστα, στην οδό Καραϊσκάκη και στην οδό Βενιζέλου. Τα πιο πολλά σπίτια έπεσαν μετά την αύξηση του συντελεστή δόμησης το 1968 και από όσα σώζονται, λίγα κατοικούνται.

Παρατηρώ αυτό το ευγενές ερείπιο της Ελευθερίου Βενιζέλου 51. Η τραγικότητα που εκπέμπεται από τη μετατόπιση των αγαλμάτων σφραγίζει όλο το κτίριο και του προσδίδει μια θεατρικότητα. Είναι πιθανόν ο Ερμής και η Δήμητρα, ενδέχεται να υπήρχαν και άλλα αγάλματα που χάθηκαν περιμετρικά της στέγης. Στέκονται σε μια εύθραυστη ισορροπία, που, αίφνης, αποκτά ένα πικρό συμβολισμό. Σκέφτομαι τα αγάλματα που καταβιβάστηκαν ως υλικά κατεδαφίσεως και φορτώθηκαν σε καρότσες και είτε πωλήθηκαν από πλανόδιους είτε πήγαν σε μάντρες. Αγάλματα σε δρόμους της Αθήνας, στα Εξάρχεια και στη Νεάπολη, στην Πλάκα και στην Πατησίων, σε γειτονιές λαϊκές, κεραμικές Αφροδίτες βαμμένες άσπρες για να ξεγελούν ως μαρμάρινες και από κοντά οι ημίθεοι των αθηναϊκών συνοικιών, μισόγυμνοι σε αιώνια εφηβεία.

Και μαζί σκέφτομαι τα αγάλματα σε νεοκλασικά σπίτια επαρχιακών πόλεων σαν εκείνα που είχα δει στο Αργος, τις θηλυκές θεότητες που στέφουν το διπλής όψεως διώροφο σπίτι στην καρδιά της πόλης. Ιστορίες που τις γεννούν οι εικόνες, εκείνη η ιερή συνύπαρξη του άυλου με του χωμάτινου, που υπήρχε ακόμη και στις φτωχογειτονιές και αυτή ήταν η πραγματική ποίηση του λαϊκού νεοκλασικισμού, που ήταν όλος χειροποίητος, η πηγαία μετενσάρκωση ενός επίσημου ρυθμού. Σε όλες εκείνες τις πήλινες Δήμητρες και τους κεραμικούς Ερμήδες, σε όλα τα κομψά και άκομψα τεχνουργήματα που σπάρθηκαν στα σπίτια της Αθήνας και των περιχώρων, και που σαρώθηκαν και έγιναν τρίμματα μνήμης, ανήκουν οι άρρητες ιστορίες μιας πόλης που εξακολουθεί και γεννά ποίηση.

πηγή