Oι κυβερνήσεις δοκιμάζουν τα όρια αύξησης του κατώτατου μισθού

Από την Αθήνα έως τη Σεούλ οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο προχωρούν σε αύξηση του κατώτατου μισθού, θέλοντας να απαντήσεουν με αυτόν τον τρόπο στη δυσφορία των πολιτών για τα πολλά χρόνια στασιμότητας ή και συρρίκνωσης των εισοδημάτων και τις ανησυχίες για τις εντεινόμενες ανισότητες. Αυτό επισημαίνει σε ρεπορτάζ της η Wall Street και επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα: Πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει ο κατώτατος μισθός ώστε το κόστος να μην αντισταθμίζει τα οφέλη;

Μία πρώτη απάντηση φαίνεται να είναι αυτή που επέλεξαν να δώσουν αρκετές μεγάλες οικονομίες: Ένας μισθός πάνω από το 60% του μέσου μισθού. Εάν ο μισθός υπερβαίνει κατά πολύ το όριο αυτό, αναφέρει η αμερικανική εφημερίδα, θα μπορόυσε τελικά να περιορίσει τα κίνητρα των επιχειρήσεων για προσλήψεις και να τις στρέψει στις λύσεις της αυτοματοποίησης, κάνοντας έτσι περισσότερο κακό παρά καλό.

Στη Βρετανία ο υπουργός Οικονομικών, Φίλιπ Χάμοντ, άφησε να εννοηθεί τον περασμένο Μάρτιο, ότι θέλει να ωθήσει τον κατώτατο μισθό πάνω από το 60% του μέσου για τους εργαζομένους άνω των 25 ετών. Στη Νότια Κορέα η κυβέρνηση έχει ήδη αυξήσει το κατώτατο ωρομίσθιο κατά σχεδόν 30% από το 2017 στα 7,20 δολάρια, δηλαδή στα 2/3 του μέσου ωρομισθίου, σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.

Στις ΗΠΑ οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο εξετάζουν την προώθηση νομοσχεδίου που θα υπερδιπλασιάσει το κάτωτατο ομοσπονδιακό όριο ωρομισθίου στα 15 δολάρια ή κοντά στο 70% του μέσου. Έξι πολιτείες έχουν ήδη παρουσιάσει τα σχέδιά τους να φτάσουν στο όριο του 70% πολύ σύντομα. Μεταξύ αυτών η Καλιφόρνια και η Νέα Υόρκη.

Στην Ευρώπη η Γαλλία και η Πορτογαλία, όπως σημειώνει η WSJ, έως πρόσφατα είχαν εκ των υψηλότερων κατώτατων μισθών μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών, λίγο πάνω από το 60% του μέσου  και στις δύο περιπτώσεις. «Και οι δύο χώρες, όμως, παλεύουν εδώ και χρόνια με υψηλά επίπεδα ανεργίας των νέων» σχολιάζει.

«Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν το 60% είναι το σωστό επίπεδο» δηλώνει στην αμερικανική εφημερίδα ο Αντρέα Γκαρνέρο, οικονομολόγος του ΟΟΣΑ στο Παρίσι. «Ο μόνος τρόπος να το μάθουμε είναι να δοκιμάσουμε και να σφάλλουμε» συμπληρώνει.

Στην Ουγγαρία που αύξησε τον κατώτατο μισθό στο 57% του μέσου το 2002 από το 36% δύο χρόνια νωρίτερα, τα αποτέλεσματα ήταν τα ακόλουθα. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ μετά την αύξηση ένας στους 10 εργαζόμενους με κατώτατο μισθό έχασε τη θέση του, ενώ το 90% που την διατήρησε είδε τις απολαβές του να αυξάνονται 50%.

πηγή: naftemporiki.gr