Το στρες εμφανίζεται στο δέρμα μας!

Οι περισσότερες περιπτώσεις είναι πολύ ήπιες και δεν τραβούν την προσοχή ούτε καν του ίδιου του ατόμου 

• Με την υπογραφή του Μιχάλη Κεφαλογιάννη

Το δέρμα αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση όργανο του ανθρώπινου σώματος και συμβάλλει στην επικοινωνία του ανθρώπου με το εξωτερικό περιβάλλον. Θα λέγαμε ότι το δέρμα αποτελεί μια «γέφυρα» λειτουργιών και αισθήσεων ανάμεσα στον εσωτερικό κόσμο και σε αυτόν που μας περιβάλλει εξωτερικά.

Η δομή του το καθιστά ένα ιδιαίτερα δραστήριο όργανο. Πολλές νευρικές απολήξεις καταλήγουν στο δέρμα, όπως τα αγγεία, τα οποία έχουν ως σκοπό τη συνεχή μεταφορά μηνυμάτων (νευρικές διεγέρσεις, ορμονικά σήματα κ.ά.) από τα εσωτερικά όργανα, όπως ο εγκέφαλος, και αντιστρόφως. Κατά συνέπεια, μόνο με βάση τη λειτουργία του δέρματος ως ξεχωριστού και ανεξάρτητου οργάνου αντιλαμβάνεται κανείς την πιθανή επίδραση που μπορεί να έχει το συναισθηματικό στρες σε αυτό.

Στην καθημερινότητά μας η πλειονότητα των ανθρώπων διακατέχεται, άλλοτε σε μικρό και άλλοτε σε μεγαλύτερο βαθμό, από άγχος και ψυχολογικό στρες. Επίσης, εξαιρετικά συχνές είναι και οι δερματικές αλλαγές -όχι απαραίτητα ή πάντα παθολογικές- με την αλλαγή των εποχών του χρόνου και τη γενικότερη αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Κατά συνέπεια, παραμένει εύλογο το ερώτημα σε ποιον βαθμό και έκταση μπορεί το στρες να επηρεάσει φυσιολογικά το δέρμα, αφενός, και να επιδεινώσει ή ακόμη και να πυροδοτήσει δερματικά νοσήματα, αφετέρου.

«Μεγάλο κομμάτι διερεύνησης της ψυχοδερματολογίας αποτελούν διαταραχές όπου το άτομο προκαλεί σκόπιμα βλάβη στο δέρμα του. Ο τρόπος πρόκλησης των δερματικών σημείων μπορεί να ποικίλει από το συνεχές ξύσιμο ή τρίψιμο του δέρματος μέχρι την έλξη τριχών, τον τραυματισμό των νυχιών και ακόμη πιο ιδιαίτερες συνήθειες, όπως η άσκηση πίεσης (ζούληγμα) και το “σκάψιμο” του δέρματος με τα νύχια. Αυτές οι διαταραχές ονομάζονται προκλητές δερματοπάθειες και χαρακτηρίζουν μια απευθείας επίδραση του ψυχοσωματικού στρες πάνω στο δέρμα» εξηγεί ο Δημήτρης Σγούρος, δερματολόγος – αφροδισιολόγος, ακαδημαϊκός υπότροφος Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Α’ Πανεπιστημιακή Κλινική Αφροδισίων & Δερματικών Νόσων, Νοσοκομείο «Ανδρέας Συγγρός». Οι καταστάσεις αυτές συναντώνται σε άτομα με ιδιαίτερη συναισθηματική πίεση και είναι περισσότερο συχνές από όσο θεωρούσαμε παλαιότερα. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι απασχολούν το 2%-5% των δερματολογικών ασθενών και είναι συχνότερες σε νέες γυναίκες.

«Ο ακριβής μηχανισμός είναι άγνωστος. Ενδεχομένως η μεταβίβαση κάποιων νευρικών σημάτων στο δέρμα να ανατροφοδοτεί αυτές τις αντιδράσεις. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί πως οι εν λόγω καταστάσεις δεν πρέπει να στιγματίζουν τους ασθενείς, καθώς μπορούν να εμφανιστούν στο οποιοδήποτε άτομο κατά τη διάρκεια της ζωής του» επισημαίνει ο ίδιος.

Οι περισσότερες περιπτώσεις είναι πολύ ήπιες και δεν τραβούν την προσοχή, ούτε καν του ίδιου του ατόμου. Σε λιγοστές -πλην όμως χαρακτηριστικές- περιπτώσεις μπορεί να υπάρχουν τόσο έντονες βλάβες με την πρόκληση δυσμορφιών του δέρματος ή σημαντική απώλεια μαλλιών ή και νυχιών, οπότε είναι και δύσκολη η θεραπευτική αντιμετώπιση.

«Ωστόσο, η εξωτερίκευση του στρες, αυτή η μορφή “σωματοποίησης” του άγχους πάνω στο δέρμα, δεν συνεπάγεται απαραίτητα κάποιο άτομο με σοβαρή διαταραχή της ψυχικής υγείας του ή με βαρύτερα ψυχιατρικά προβλήματα. Γι’ αυτόν τον λόγο το πρώτο βήμα είναι η αναγνώριση του προβλήματος από τον ίδιο τον ασθενή και επακόλουθα η αναζήτηση ιατρικής βοήθειας από τον δερματολόγο και τον ψυχίατρο» προσθέτει.

Παλιά νοσήματα, γήρανση και μελάνωμα

Πέρα από τις απευθείας επιδράσεις του στρες πάνω στο δέρμα μας, υπάρχουν περιπτώσεις όπου στρεσογόνοι παράγοντες επιδρούν πάνω σε εγκατεστημένα δερματικά νοσήματα, όπως για παράδειγμα η ψωρίαση.

«Με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, όπως και με βάση την κλινική πείρα μας, γνωρίζουμε ότι το στρες επηρεάζει αρνητικά την πορεία και την εξέλιξη των λεγόμενων αυτοάνοσων δερματοπαθειών. Ο ακριβής μηχανισμός στηρίζεται στο ότι το στρες προκαλεί την έκκριση ουσιών (π.χ. νευροπεπτίδια, νευοδιαβιβαστές κ.λπ.), οι οποίες μέσω των νευρικών απολήξεων ή και των τριχοειδών του δέρματος μπορεί να έχουν άμεση επίδραση σε κύτταρα και μόρια που διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στη δερματική φλεγμονή. Αυτές οι παρατηρήσεις έχουν αποδειχθεί και σε πειραματικά μοντέλα σε ποντίκια, τα οποία με την έκλυση συγκεκριμένων “ουσιών του στρες” εμφάνιζαν εκδηλώσεις όπως η ψωρίαση ή η ατοπική δερματίτιδα» αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Σγούρος.

Ωστόσο, τονίζει ότι η καθημερινή κλινική πείρα αποδεικνύει ότι το συνεχές στρες, η υπερβολική ανησυχία για το νόσημα αυτό καθαυτό, αλλά και σημαντικότερες διαταραχές, όπως για παράδειγμα η χαμηλή ποιότητα ύπνου, επηρεάζουν αρνητικά την εξέλιξη δερματικών νοσημάτων με αυτοάνοσο μηχανισμό, όπως η ψωρίαση, η λεύκη, ο σκληροατροφικός λειχήνας κ.ά. «Από την άλλη πλευρά, το δερματικό νόσημα από μόνο του αρκεί για να ανατροφοδοτεί το στρες και την αγωνία των ασθενών. Επομένως, ο ρόλος των ειδικών ιατρών-επιστημόνων της δερματολογίας και της ψυχιατρικής είναι η από κοινού συνεργασία τους για την οριστική λύση αυτού του γόρδιου δεσμού στρες και δερματοπάθειας» προσθέτει.

Το στρες μπορεί επίσης να δυσκολέψει την επίλυση διαφόρων δερματικών προβλημάτων, καθώς και να οδηγήσει σε έξαρση της ακμής, επειδή διεγείρει την παραγωγή ορισμένων ορμονών (π.χ. κορτιζόλη), με αποτέλεσμα οι σμηγματογόνοι αδένες στο δέρμα του προσώπου να υπερλειτουργούν. Επίσης, το στρες μπορεί να επηρεάσει γενικότερα την οπτική κάθε ατόμου ακόμη και για τον ίδιο του τον εαυτό. Επομένως δεν είναι ασυνήθιστες οι περιπτώσεις ατόμων που σε φάσεις έντονου άγχους υπερτονίζουν τη βαρύτητα καταστάσεων που αφορούν την εικόνα τους. «Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κοινή ακμή και πώς την αντιλαμβάνονται ιδιαίτερα δύο ομάδες ασθενών, συγκεκριμένα οι έφηβοι και οι ενήλικες γυναίκες» λέει ο κ. Σγούρος.

Ωστόσο, παραμένουν τα ερωτήματα για πιο σύνθετες επιδράσεις του στρες στο δέρμα, όπως για τη γήρανση ή ακόμη και το μελάνωμα. «Δεν υπάρχουν δεδομένα που να αποδεικνύουν κάποια σχέση ανάμεσα στο στρες και στη γήρανση του δέρματος. Εμμεσα, όμως, η ελλιπής φροντίδα του δέρματος (καθαρισμός, ενυδάτωση) ή το κάπνισμα λόγω έντονου άγχους επιδρούν αναμφίβολα αρνητικά στην πρόωρη γήρανση του δέρματος» εξηγεί ο κ. Σγούρος.

Υπάρχουν κάποιες μελέτες, οι οποίες συνδέουν με έναν περίπλοκο μηχανισμό το στρες με την αύξηση κινδύνου να αναπτυχθεί μελάνωμα σε κάποιες περιπτώσεις. «Η κλινική πείρα δεν αναδεικνύει κάποια σύνδεση μεταξύ στρες και καρκίνων του δέρματος. Ωστόσο, εργαστηριακές μελέτες σε ποντίκια έδειξαν ότι αυτά που είχαν εκτεθεί σε ουσίες απότοκες του στρες εμφάνισαν συχνότερα καρκινώματα έπειτα από έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία» σχολιάζει ο ίδιος.

Καταλήγοντας, ο κ. Σγούρος αναφέρει ότι το στρες προκαλεί αποδεδειγμένα επιδείνωση δερματοπαθειών, ιδιαίτερα αυτών με αυτοάνοση αιτιολογία, και αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τη θεραπεία τους, ενώ εντονότερες μορφές στρες μπορεί να προκαλούν άμεσα, ξεχωριστά δερματικά προβλήματα. «Σε κάθε περίπτωση ο στόχος πρέπει να είναι η αναγνώριση του προβλήματος και η αναζήτηση βοήθειας συνδυαστικά από δερματολόγο και ψυχίατρο ή ψυχολόγο, και ασφαλώς κάθε άλλη εναλλακτική επιλογή καταπολέμησης του στρες, όπως με άσκηση ή ό,τι άλλο χαλαρώνει τον καθένα» λέει χαρακτηριστικά.